Λευκονοικιάτικα υφαντά


Αιτητές:

Δήμος Λευκονοίκου

 

Ενδιαφερόμενες κοινότητες (σχετικοί φορείς και συνεχιστές του στοιχείου):

Φορείς και συνεχιστές αυτού του στοιχείου της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς είναι γυναίκες του Λευκονοίκου που έμαθαν την τέχνη από τις μητέρες τους, αλλά και νεότερες γυναίκες από το Λευκόνοικο και άλλες περιοχές της Κύπρου, που μετά από συνεργασία με την Υπηρεσία Κυπριακής Χειροτεχνίας άρχισαν να μαθαίνουν την υφαντική τέχνη των Λευκονοικιάτικων.

 

Πεδίο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς:

παραδοσιακές χειροτεχνίες

 

Έτος εγγραφής:

2021

 

Γεωγραφική κατανομή:

Η υφαντική τέχνη έχει μακρά παράδοση στην Κύπρο και ονόματα φημισμένων υφαντών, όπως ο Ακεσάς και ο Ελικών, αναφέρονται σε ιστορικές πηγές από τον 6ον π.Χ. αιώνα. Η Magda Ohnefalsch-Richter σημειώνει στο έργο της Ελληνικά Ήθη και Έθιμα στην Κύπρο: «Μάλιστα, οι αρχαίοι Κύπριοι τοποθετούσαν στους τάφους των ακάματων υφαντριών, ιδιαίτερα όταν έφτασε στο νησί, κάτω από ιωνική επίδραση, από την Αττική η περίφημη τέχνη του αργαλειού (γύρω στα 600 π.Χ.), δύο τέτοιους μικρούς τροχούς (σφονδύλια) από χρυσάφι, ασήμι ή μπρούντζο.

Το Λευκόνοικο, που βρίσκεται καταμεσής του απέραντου κάμπου της Μεσαορίας, είχε για φόντο τη στενόμακρη φιγούρα του γερο-Πενταδάκτυλου. Όπως όλη η Μεσαορία, είχε άφθονη παραγωγή βαμβακιού και μαλλιού. Έτσι, το Λευκόνοικο εξελίχτηκε σε ένα μεγάλο κέντρο υφαντικής στη Μεσαορία. 

 

Περιγραφή:

Σήμα κατατεθέν της κωμοπόλεως του Λευκονοίκου είναι τα Λευκονοικιάτικα Υφαντά που ύφαιναν οι γυναίκες της. Η τέχνη αυτή ήκμασε κυρίως από τα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίστηκε μέχρι τη μετοικεσία μας, εξαιτίας της τουρκικής εισβολής. Ασφαλώς, η υφαντική τέχνη συνεχίστηκε και στην προσφυγιά, όπου έγινε και για πολλές γυναίκες τρόπος βιοπορισμού. Να πώς την υμνεί η εκλεκτή φιλόλογος και ποιήτρια του Λευκονοίκου, Πρεσβυτέρα Κυριακή Παρασκευά:

«Τι χρώματα, σε αρμονία!

Ήταν ένα θαύμα εκείνα τα χρώματα!

Το λευκό του Λευκόνοικου

Το κόκκινο της φωτιάς

Το μπλε του ουρανού του βαθυγάλαζου

Το πράσινο της χλόης του Μεσαρίτικου κάμπου

Το κιτρινωπό του χρυσού σταριού

Και πολλά ξόμπλια. Πόσα ξόμπλια…»

Από το Λευκόνοικο πέρασε και η λογία Αθηνά Ταρσούλη, λίγο μετά την ανεξαρτησία του νησιού, πηγαίνοντας από τη Λευκωσία στον Απόστολο Ανδρέα, θαύμασε τα πολύχρωμα υφαντά, και στον Β΄ Τόμο του μνημειώδους έργου της ΚΥΠΡΟΣ,  αναφέρει:

«Πρώτος μου σταθμός γίνεται το πυκνοκατοικημένο μεγαλοχώρι-κωμόπολη της Μεσαορίας, το Λευκόνοικο, κέντρο υφαντουργικής βιοτεχνίας, όπου θαυμάζει κανείς τα περίφημα πολύχρωμα και με ιδιαίτερη καλαισθησία υφαντά του «λάκκου» και του αργαλειού, που κατασκευάζουν οι ονομαστές ανυφάντρες του τόπου και που γίνονται ανάρπαστα από τους ξένους και από την αγορά, χρησιμοποιούμενα για κουρτίνες, τραπεζομάντιλα, σκεπάσματα, ντιβανιών και άλλα».

Οι πρώτες ύλες, οι οποίες υπήρχαν σε αφθονία στο Λευκόνοικο και στην ευρύτερη Μεσαορία, ήταν το βαμβάκι και το μαλλί, και σε μικρότερο βαθμό το λινάρι και το μετάξι.  Μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα η κατασκευή του βαμβακερού νήματος περνούσε μέσα από διάφορα στάδια χειρωνακτικής εργασίας με τη βοήθεια χειροκίνητων εργαλείων. Το μόνο μηχανοκίνητο μέσο, που προστέθηκε το 1940 περίπου, ήταν οι εκκοκκιστικές μηχανές για την αφαίρεση του βαμβακόσπορου. Τέτοιες μηχανές έφεραν στο Λευκόνοικο οι δύο κάτοχοι αλευρομηχανών, Δημήτρης Ιγνατίου (Πήτρος) και Λοΐζος Παττίχας», όπως αναφέρει σε σχετική μελέτη της για την Υφαντική στο Λευκόνοικο η κ. Χαρίκλεια Μιχαλοπούλου. 

Με την πάροδο του χρόνου, καθιερώθηκε η χρήση των εισαγόμενων νημάτων («χίντικο, ττίρα, κλωστρό».  Παλαιότερα, μέχρι το 1950 περίπου, οι υφάντριες έβαφαν τα βαμβακερά νήματα στους «πογιατζιήδες», όχι όμως τα μάλλινα, τα μεταξωτά και τα λινά, τα οποία προτιμούσαν να τα αφήνουν στο φυσικό τους χρώμα.

Τα Λευκονοικιάτικα Υφαντά έχουν μεγάλες λωρίδες, «πίττες», μπλε και κόκκινου χρώματος, που εναλλάσσονται με μικρότερες λωρίδες με διάφορα χρώματα, άσπρο, κίτρινο, πορτοκαλί, καφέ, πράσινο, ανάλογα με το γούστο και την καλαισθησία της υφάντριας. Αυτή η πολυχρωμία είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό των υφαντών μας. Αρκετές υφάντριες ανάμεσα στις στενές ρίγες υφαίνουν για διακόσμηση τον «μάρτη», μια πολύ στενή ρίγα, που σχηματίζεται μόνο με δύο κλωστές.

Είναι γνωστό ότι στο Λευκόνοικο οι περισσότερες γυναίκες ύφαιναν στη βούφα τους μέρα και νύχτα τα κλινοσκεπάσματα, τις κουρτίνες, τα πετσετάκια, τα τραπεζομάντιλα, τα σιεμέν(σιεμέδες: γαλλ. chemin, λωρίδες κεντημένων υφασμάτων) με ξόμπλια και «μούστρες»(γαλλ. moustre, δείγμα εμπορεύματος),  όλα όσα στόλιζαν και ζέσταιναν τα σπιτικά μας. Αυτά λέγονταν και «πορκερίσιμα», αφού «πορκέρες» λέγονταν οι  κουρτίνες, (από το ιταλ. Portiera: πόρτα, θυρωρός) . Είναι όλα ανθεκτικά υφάσματα, επειδή για την ύφανσή τους στο «στημόνιν» του αργαλειού μπαίνει κλωσμένο νήμα και στο υφάδι διπλό και «μασουρισμένο» νήμα.

Δεν θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε και ένα άλλο είδος Λευκονοικιάτικων Υφαντών, αμιγώς βαμβακερών ή μάλλινων: τα «καντζιελλωτά» σεντόνια και κλινοσκεπάσματα.  Οι πολύχρωμες ρίγες τους, με κυρίαρχο χρώμα το κόκκινο, είναι πιο στενές από αυτές των «πορκερίσιμων» και βρίσκονται σε κανονική διαδοχή.  Οι «μούστρες» στις άκριες των πανιών αυτών είναι αρκετά εκτεταμένες (40 εκατοστά). Όλα τα «Λευκονοιτζιάτικα» στολίζονταν στις άκρες με φλοκάκια («φλοκκούθκια», φούντες), από τα χρώματα της ύφανσης.

Βασικά, οι υφάντριες ύφαιναν τα ρούχα τους αλλά και την προίκα για τις κόρες και τις νύφες τους και τα φύλαγαν σε ξέχειλα ερμάρια, ντουλάπια, σεντούκια. Ξακουστή ήταν η προίκα στο Λευκόνοικο. Το αναφέρει και ένα τραγούδι του Μιχάλη Γεωργιάδη της δεκαετίας του 1960: «Να’σιεις ππαράν της Μορφιτούς, την προίκαν της Λευκονοιτούς».

Επιλογικά, τα  Λευκονοικιάτικα Υφαντά είναι μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του Λευκονοίκου. Είναι μια τέχνη που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά και παρέχει την αίσθηση της ταυτότητας και της συνέχειας στους πρόσφυγες κατοίκους του Λευκονοίκου. Τους συνδέει με τη γενέθλια γη και τους ανθρώπους της!

Οι γνώσεις και οι ικανότητες που χρειάζονται, μεταβιβάζονται από τις γυναίκες του Λευκονοίκου που ακόμα ζουν και ξέρουν από αυτή την τέχνη, όπως η κ. Μαρούλα Πήλικου, που για χρόνια πολλά ύφαινε και πουλούσε τα υφαντά της, αλλά και αρκετές που έμαθαν αυτή την τέχνη στο Λευκόνοικο, έστω κι αν δεν υφαίνουν στην προσφυγιά. Επίσης, η τέχνη αυτή μεταβιβάζεται από υφάντριες της Υπηρεσίας Κυπριακής Χειροτεχνίας που κάποια στιγμή έμαθαν την τέχνη σε κοπέλες που ενδιαφέρονται να μάθουν.

Οι γνώσεις και οι ικανότητες που χρειάζονται είναι:

1) «Το ψήσιασμα».

2) Το «κάννισμα» με το «δουλάπι» και την «ανέμη».

3) Το να σύρουν το πανί σε ένα ξύλο που λεγόταν «δκιάστρα», να το μαζέψουν, να το θηλιάσουν, να το φέρουν στο χτένι και να το στερεώσουν μέσα στο «αντί».

4) Να ξέρουν να «μασουρίζουν» με το «δουλάππι» και την «ανέμη» πάνω στα «μασούρκα».

4) Να ξέρουν να υφαίνουν και να ξέρουν τα σχέδια των υφαντών.

5) Να ξέρουν να βάζουν τα «φλοκκούθκια».

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Παναγίδη-Λυσαάνδρους Ζ "Η παραδοσιακή υφαντική τέχνη του Λευκονοίκου", παρουσίαση στο Συνέδριο "Ενδύεσθαι", 2012, Λύκειο Λατσιών

Παπαδημητρίου Ε. Υφάσματα από την Κύπρο, Εκδόσεις Εν Τύποις, Λευκωσία, 2008

Παπαδημητρίου Ε., Κυπριακές Εθνογραφικές Συλλογές σε Βρετανικά Μουσεία, Έκδοση Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού-Πολιτιστικές Υπηρεσίες, Εν Τύποις Βούλα Κοκκίνου Λτδ, Λευκωσία 2000.

Παρασκευά Κυριακή, Εκεί που χόρευε το φως, Αφηγήματα-Διηγήματα, Λεμεσός 2006.

Πιερίδη Γ. Α., Κυπριακή Λαϊκή Τέχνη, Λευκωσία 1980, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, Τυπογρ. Ζαβαλλή ΛΤΔ.

Ταρσούλη Αθηνά, ΚΥΠΡΟΣ, Τόμος Β΄, Εθναρχίας Κύπρου, Εκδόσεις «ΑΛΦΑ» Ι. Μ. ΣΚΑΖΙΚΗ, ΑΘΗΝΑΙ 1963.

Χαραλάμπους-Μιχαλοπούλου Χ., Λαϊκή Χειροτεχνία και Κειμήλια Περιστερωνοπηγής  (Από τον πλούτο της Μεσαορίας), Έκδοση Προσφυγικού Σωματείου «Ένωση Περιστερωνοπηγιωτών», Λευκωσία 1993.

Χαράλαμπος-Μιχαλοπούλου Χ. "Η υφαντική του Λευκονοίκου", 2020

Ohnefalsch-Richter Μ, Ελληνικά Ήθη και Έθιμα στην Κύπρο, Έκδοση Πολιτιστικού Κέντρου Λαϊκής Τράπεζας, Λευκωσία 1994, 1997, 2004, Μετάφραση-Εισαγωγή-Σχόλια και Επιμέλεια: Άννα Γ, Μαραγκού.

 

Επικοινωνία:

Ζήνα Λυσάνδρου-Παναγίδη

Δήμαρχος Λευκονοίκου

Email: zena_lysandrou@hotmail.com